Κυριακή 28 Αυγούστου 2011

Τι απογοήτευση!


Διάβασα μερικά κομμάτια από τον Μένκιο και από τον Χσουν Τσου, για τη φύση του ανθρώπου. Ήξερα πως ο ένας υποστήριζε πως ο άνθρωπος είναι καλός από τη φύση του, ενώ ο άλλος ότι είναι κακός. Πως και οι δυο είχαν επηρεαστεί από την παράδοση του Κομφούκιου. Περίμενα να βρω κάτι από τον δάσκαλο στους συνεχιστές. Μάταια όμως.

Από προηγούμενες αναρτήσεις ξέρετε πως είχα γοητευτεί από τον τρόπο του Κομφούκιου. Αυτά τα στοιχεία που με γοήτευσαν στα Ανάλεκτα δεν υπάρχουν στα κείμενα που διάβασα των δυο Κομφουκιανιστών. Ο Μένκιος χρησιμοποιεί εικόνες από τη φύση και την ανθρώπινη ζωή. Αλλά τις χρησιμοποιεί σαν απλές παρομοιώσεις. Χωρίς τον καταπληκτικό τρόπο του Κομφούκιου που μέσα από τις εικόνες αναδείκνυε μοναδικά τα σημεία της σκέψης του που είχε ανάγκη ο μαθητής του.

Ο Χσουν Τσου προτιμά τον κοινό λόγο. Αλλά έναν κοινό λόγο που λέει πράγματα που θα μπορούσε να είχε πει ο καθένας. Κατηγορεί την ανθρώπινη φύση και στα αυτιά μου ακούγεται σαν Χριστιανός θεολόγος. Η διδασκαλία περί θείας χάρης του λείπει για να περάσει για Χριστιανός. Αντιτίθεται στις διδασκαλίες του Μένκιου αλλά χωρίς να έχει λάβει υπόψη του όλα τα αντεπιχειρήματα που μπορούν να διατυπωθούν. Μπορώ εύκολα να σκεφτώ γιατί αυτά που λέει δεν πολυστέκουν και αυτό με απογοητεύει. Κανένας από τους δύο δεν έχει την πνευματικότητα του δασκάλου τους, κανένας από τους δύο δε με γοητεύει, κανένας από τους δύο δε μου προσφέρει ευχαρίστηση διαβάζοντάς τον.

Ο Κομφούκιος δε μίλησε για την ανθρώπινη φύση και για τον πνευματικό κόσμο. Ξέρουμε πως σκόπιμα απέφυγε να μιλάει για αυτά τα πράγματα. Δεν γνωρίζω ποια ήταν η άποψή του για αυτά. Προσωπικά θα ήμουν ευτυχής αν δεν είχε άποψη, αλλά υποπτεύομαι πως θα είχε ορισμένες γνώμες που θα καθόριζαν τη σκέψη του για αυτά τα ζητήματα. Ίσως αν τις ήξερα να απογοητευόμουν και από αυτόν. Το μυστήριο συντηρεί την γοητεία.

Πώς φαίνεται σε έναν άνθρωπο του εικοστού πρώτου αιώνα αυτό το debate για τη φύση του ανθρώπου; Πολύ απλοϊκό. Δυο εκ διαμέτρου αντίθετες πλευρές. Καλό - Κακό. Όλοι οι άνθρωποι αντιμετωπίζονται το ίδιο. Η έννοια της ανθρώπινης φύσης αντιμετωπίζεται ως πραγματικότητα. Και φυσικά αγνοούνται όλα αυτά που μας δίδαξαν ο δαρβινισμός και οι νευροεπιστήμες για το πώς δουλεύει ο ανθρώπινος εγκέφαλος. Πόσο φτωχή φαίνεται μια συζήτηση για αυτά τα φιλοσοφικά ζητήματα χωρίς τη συμβολή των φυσικών επιστημών!

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011

Φρειδερίκος Νίτσε και Ηθική


Μόλις τελείωσα ένα κείμενο του μεγάλου φιλοσόφου Berkeley. Αυτός ήταν ένας επίσκοπος που έζησε γύρω στο 1700 στην Ιρλανδία και οι ιδέες του προκάλεσαν έκπληξη γιατί δίδασκε πως τα πράγματα δεν υπάρχουν παρά μόνο μέσα στο μυαλό μας. Από μικρός θυμάμαι πως μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση και μέσα μου είχα εκτίμηση για το όνομά του. Να που έφτασε ο καιρός λοιπόν να διαβάσω ένα κείμενό του για τις Αρχές της Ανθρώπινης Γνώσης, από την συλλογή φιλοσοφικών κειμένων Philosophy, The Classic Readings των Cooper και Fosl.

Το κείμενο είναι όντως εξαιρετικό. Η ιδιοφυΐα του φιλοσόφου είναι ανάγλυφη. Η ευστοχία της σκέψης του όταν μιλάει για το πως όλα αυτά που αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας, όπως είναι τα χρώματα, τα σχήματα ή οι ήχοι, υπάρχουν μόνο μέσα στο μυαλό μας είναι μοναδική. Πραγματικά, με απαράμιλλο τρόπο κάνει θρύψαλα τον σχολαστικισμό που είχε τις ρίζες του σε ένα κομμάτι της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, αφού αποδεικνύει πως τα εννοιολογικά του εργαλεία στερούνται πραγματικότητας.

Για κακή του τύχη ο καλός επίσκοπος γεννήθηκε σε μια εποχή που οι νευροεπιστήμες δεν είχαν αναπτυχθεί. Με τη σκέψη του έφτασε στο σημείο που μπορούσε να φτάσει ένας άνθρωπος της εποχής του. Αμφισβήτησε το πιο διαδεδομένο κοσμοείδωλο αλλά δε σταμάτησε εκεί. Χωρίς να έχει τις γνώσεις των νευροεπιστημών και της σύγχρονης φυσικής που θα του έδιναν μια άλλη διέξοδο στη σκέψη του, δοκιμάζει να δώσει απάντηση στο πρόβλημα που ανακύπτει περί την φύση του κόσμου χρησιμοποιώντας τα εργαλεία που είχε διαθέσιμα και πέφτει σε λάθη παρόμοια με αυτά που η ιδιοφυΐα του μόλις είχε αναδείξει. Γιατί αποδέχεται άυλες και απλές ψυχές και έναν Θεό, χρησιμοποιώντας την χριστιανική θεολογία της εποχής. Και με αυτά τα εργαλεία δίνει τις απαντήσεις του, αλλά με τρόπο που τον αφήνει έκθετο σε σοβαρές αντιρρήσεις και αμφισβητήσεις. Γιατί οι λύσεις που δίνει δεν είναι τόσο στέρεες όσο οι αντιρρήσεις με τις οποίες αποδομεί την προηγούμενη από αυτόν φιλοσοφία.

Έχω ξαναγράψει πως ακολουθώ τους Σκεπτικούς. Ως Σκεπτικός λοιπόν θα έμενα στην απορία, αντί να προσπαθούσα να δώσω λύσεις εκεί που δεν υπάρχει στέρεο έδαφος. Θα κρατούσα τις αποδείξεις του για το εσφαλμένο των απόψεων που πολεμεί, αλλά δε θα προχωρούσα παραπέρα, γιατί τα εργαλεία που χρησιμοποιεί κάθε άλλο παρά αυτονόητα είναι. Θα στεκόμουν με ένα "δεν ξέρω" μπροστά στο τεράστιο πρόβλημα της φυσικής πραγματικότητας, και δε θα δεχόμουν να προχωρήσω σε εικασίες τις οποίες θα πρόβαλα ως πραγματικότητα. Ή, αν διατύπωνα εικασίες, θα έλεγα πως είναι εικασίες και δε θα τις μπέρδευα με την αντικειμενική πραγματικότητα.

Πολύ απόλυτο ακούγεται αυτό το "εγώ δε θα δεχόμουν" και το "εγώ θα στεκόμουν". Καταλαβαίνω τον γλυκό πειρασμό του μυαλού να προτείνει μια θεωρία και να την αποδεχτεί χωρίς ερωτήματα ως αλήθεια. Αναμφισβήτητα το έχω κάνει και εγώ το λάθος αυτό. Θέλει σκληρή εξάσκηση για να σκέφτεται κανείς με τον τρόπο των Σκεπτικών. Αν δεν το καταφέρνω κάποιες φορές, συγχωρήστε την αδυναμία μου.



Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τον Νίτσε. Ενώ η ιδιοφυΐα του είναι μοναδική όταν κριτικάρει τους προηγούμενους φιλοσόφους, δεν έχει τις ίδιες απαιτήσεις για αποδεδειγμένα επιχειρήματα όταν προχωρά στις εικασίες του περί της ηθικής, περί της προέλευσής της και του νοήματός της. Έτσι, εικάζει για το νόημα λέξεων όπως "ευγενής" και "καλός" χωρίς να μας πείθει με τις αποδείξεις του περί των εικασιών του. Για έναν άνθρωπο που έχει κάνει εξαιρετικά σοβαρή δουλειά, τα γραφόμενά του φαίνονται χτυπητά ανεπαρκή όταν αφορά τις νέες ιδέες που προτείνει περί του καλού και του κακού, περί της αριστοκρατίας και της πλέμπας, περί της σωστής ιεραρχίας των αξιών.

Δε λέω πως έχει άδικο. Λέω πως δεν προσφέρει απλόχερα τις τρανταχτές αποδείξεις και την πολυσέλιδη τεκμηρίωση που θα μας έπειθε για την ιστορική βάση των ισχυρισμών του. Αυτός, που κατηγορεί τους άλλους για ανιστορική φιλοσοφία, είναι παραδόξως ανιστορικός όταν έρχεται στην ιστορική ερμηνεία του για τις ρίζες και την εξέλιξη της ηθικής.

Λέει, ο Νίτσε, πως οι ευγενείς ήταν άνθρωποι σκληροί και περήφανοι, που δημιουργούσαν αξίες και στέκονταν πάνω από την πλέμπα η οποία έδωσε έμφαση στην αλληλεγγύη και την αγάπη, την ειρήνη και τη δικαιοσύνη για να καταφέρει να επιβιώσει. Λέει πως η πλέμπα κατέκτησε τον κόσμο μέσω του Χριστιανισμού. Αλλά πού βρίσκεται η τεκμηρίωση για όλους αυτούς τους ιστορικούς ισχυρισμούς; Στα βιβλία που διάβασα βρήκα μόνο εικασίες. Πουθενά δε βρήκα την αναγκαία τεκμηρίωση.

Μπορεί και να αδικώ τον Νίτσε και να έχει κάνει σοβαρότατη μελέτη στις προσωπικές του σημειώσεις ή σε κάποιο βιβλίο που δεν αγόρασα εγώ. Όμως, έτσι όπως έχουν τα έργα του που διάβασα, δε μπορώ να πω πως με πείθουν στο τόσο κρίσιμο για αυτόν κομμάτι της φιλοσοφίας του, αυτό της Ηθικής. Παραμένω λοιπόν με τους Σκεπτικούς, με την απορία και την εποχή τους.

Υ.Γ. Με έκπληξη διαπίστωσα πως είχε εξαντληθεί η Γενεαλογία της Ηθικής και το Ίδε ο Άνθρωπος από τον Παπασωτηρίου του Mall. Ελπιδοφόρο που υπάρχει κόσμος που θέλει να διαβάσει αυτά τα βιβλία! Και μην πείτε οι απαισιόδοξοι πως δεν ξέρουμε πώς θα τα χρησιμοποιήσουν και τι θα καταλάβουν αυτοί που τα αγόρασαν!

Δευτέρα 15 Αυγούστου 2011

Φρειδερίκος Νίτσε εναντίον Σκεπτικών


Επειδή από αύριο ξεκινάω δουλειά και δε θα έχω τον χρόνο που απαιτείται για να ασχοληθώ με τα διάφορα blogs, για αυτό θα γράψω σήμερα την ανάρτηση για την ουσία της ενασχόλησής μου με τον Νίτσε, την αισιοδοξία του μηδενισμού του.

Συμφωνώ με τον Νίτσε στην έλλειψη νοήματος στο σύμπαν. Ακολουθώντας του αρχαίους Σκεπτικούς διατηρώ (ή τουλάχιστον πρεσβεύω) μια ουδετερότητα, μια εποχή απέναντι στα πράγματα και στις διάφορες καταστάσεις της ζωής. Ο Νίτσε, αντίθετα, αποδέχεται τη ζωή, θέλει να την γιορτάσει, την βλέπει θετικά και μας καλεί να τη ζήσουμε στο έπακρο.

Ποια είναι όμως τα επιχειρήματά του, πως ξεπερνά τον σκόπελο της έλλειψης νοήματος; Με ποιους λόγους αρνείται τον ουδέτερο μηδενισμό και αποδέχεται τον αισιόδοξο μηδενισμό; Με ενδιέφερε ιδιαίτερα αυτό το σημείο, γιατί θα προτιμούσα τον δημιουργικό, τον αισιόδοξο μηδενισμό που αποδέχεται τη ζωή από έναν μηδενισμό της ανίας, όπου τα πάντα καθίστανται βαρετά από την έλλειψη νοήματος.

Μάταια ήλπιζα να πειστώ από το έργο του Νίτσε. Από ό,τι φαίνεται δεν υπάρχει πειστικό επιχείρημα απέναντι στην έλλειψη νοήματος. Αυτό που κάνει ο Νίτσε είναι να αφήνει στην μπάντα τη λογική και να ζητά να ζήσουμε τη ζωή με όλες τις υπόλοιπες λειτουργίες του ανθρώπου χωρίς να ασχολούμαστε με την έλλειψη νοήματος. Αισθάνομαι λίγο απατημένος. Ξέχνα, σαν να μου λέει, το πρόβλημα και ζήσε σαν να μην υπάρχει. Άδραξε τη ζωή, γίνε δημιουργικός, νιώσε τη χαρά να πλημμυρίζει το σώμα σου όταν ενεργείς σύμφωνα με τα ένστικτά σου και τη φύση σου, νιώσε τη δύναμή σου, κατέκτησε τον κόσμο.

Το μόνο πρόβλημα είναι πως δεν μπορώ να ξεχάσω. Δεν μπορώ να κάνω σαν να μην υπάρχει το πρόβλημα της έλλειψης νοήματος, ένα πρόβλημα που υπάρχει μόνο για τη λογική, και δεν μπορώ να αφήσω το κομμάτι αυτό της λογικής στην άκρη ενώ τα υπόλοιπα κομμάτια του εαυτού μου θα ενεργούν σύμφωνα με τη φύση τους.

Παραμένω λοιπόν Σκεπτικός. Το τέχνασμα του μεγάλου Γερμανού δεν έπιασε στην περίπτωσή μου. Συγγνώμη Φρειδερίκε, μπορείς δικαίως να κατηγορείς τους Σκεπτικούς, δεν μπόρεσες όμως να αποδείξεις με τη λογική ότι έχουν άδικο. Στο σημείο αυτό υστερεί η φιλοσοφία σου. Πράγμα που ελάχιστα θα έπρεπε να μας εκπλήσσει, μιας και δεν υπάρχει κάτι τέλειο στον κόσμο.

Φρειδερίκος Νίτσε: η αρχή


Αυτές τις μέρες διάβασα το Πέρα από το Καλό και το Κακό, το Λυκόφως των Ειδώλων, το Αυτά είπε ο Ζαρατούστρα, το Περί Αλήθειας και Ψεύδους από Εξωηθικής Άποψης καθώς και τη Φιλοσοφία στην Τραγική Εποχή των Ελλήνων. Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή.

Είμαι στο Mall. Περιμένω την παρέα μου που αργεί υπερβολικά. Στο μεταξύ κάνω βόλτες στο Public και τον Παπασωτηρίου. Το μάτι μου πέφτει στα έργα του Γερμανού φιλόσοφου. Ξέρω ότι είναι ένας αισιόδοξος μηδενιστής. Μέχρι τώρα δεν είχα ασχοληθεί μαζί του για διάφορους λόγους. Όμως τώρα η αισιοδοξία του με γοητεύει. Θέλω να δω πώς είναι ο αισιόδοξος μηδενισμός, πώς μπορεί κανείς να αντλήσει αισιοδοξία από την έλλειψη νοήματος που χαρακτηρίζει το σύμπαν. Θέλω να δω αν μπορώ να πειστώ. Αγοράζω μερικά βιβλία και ξεκινάω την ανάγνωση.

Αρχίζω με το Πέρα από το Καλό και το Κακό. Και εκεί, στην αρχή, ο Νίτσε κερδίζει τον σεβασμό μου. Η σοβαρότητα με την οποία φιλοσοφεί, η βαθύτητα της σκέψης του, το πόσο εύστοχος είναι με κερδίζει. Αν δεν είχε γράψει τίποτα άλλο, παρά μόνο την αρχή του Πέρα από το Καλό και το Κακό, αυτό θα ήταν αρκετό για να καταταχθεί ανάμεσα στους μεγάλους φιλοσόφους της ανθρωπότητας. Γιατί εκεί θέτει το πρόβλημα της αλήθειας από μία σκοπιά εξαιρετικά πρωτότυπη. Και πάει κόντρα στους προηγούμενους φιλοσόφους, γιατί τάσσεται με την πλευρά του ψεύδους.

Ο Νίτσε διακρίνει στον κόσμο έλλειψη νοήματος. Βλέπει πως τα ανθρώπινα όντα μπλέκουν μες στα ψέματα, πως θεωρούν ψέματα ως ζωτικές αλήθειες, πως η ίδια η ζωή χρησιμοποιεί τα ψέματα για να προχωρήσει. Και επειδή εκ της πραγματικότητας το ψέμα αποκτά κρίσιμη αξία για τη ζωή, ο Νίτσε το βλέπει θετικά.

Η πρωτοτυπία στη σκέψη του έγκειται στο ότι πρώτος αυτός σκέφτεται να θέσει το ερώτημα γιατί αναζητούμε την αλήθεια και το ποια αξία έχει ή πρέπει να έχει αυτή. Συνήθως όλοι δίνουμε μεγάλη βάση στην αλήθεια, αλλά δεν έχουμε κάτσει να αναρωτηθούμε για αυτό. Γιατί το κάνουμε; Πρέπει να το κάνουμε; Όλοι θα θέλαμε να ξέρουμε την αλήθεια, οι πιο πολλοί φιλόσοφοι έχουν αναρωτηθεί για το ποια είναι η αλήθεια και προσπάθησαν να περιγράψουν την αλήθεια όπως εκείνοι νόμισαν ότι είναι, αλλά κανείς δεν κάθησε να αναρωτηθεί πριν μπει στη διαδικασία ανακάλυψης της αλήθειας.

Τι είναι αυτό που μέσα μας θέλει την αλήθεια; Από εδώ πρέπει να ξεκινήσουμε για να μην πέσουμε σε καμία παγίδα ενώ θα ψάχνουμε την αλήθεια. Ο πάντα φιλύποπτος, ο σωστός επιστήμονας, θέτει υπό σκληρή κριτική την ίδια του τη διάθεση για αναζήτηση πριν ξεκινήσει αυτήν την αναζήτηση. Και αυτό δε σκέφτηκε να το κάνει κανείς πριν τον Νίτσε. Από το γεγονός ότι αυτός λειτούργησε τόσο επιστημονικά, αναγνωρίζω πως πρόκειται για έναν φιλόσοφο ανωτάτης κλάσης, ένα σημαντικότατο πνεύμα που με κάνει να θαυμάζω τη σοβαρότητα που έχουν οι Γερμανοί για τη δουλειά τους.

Ξετυλίγοντας το κουβάρι που κρύβεται μέσα μας καθώς εξετάζουμε κριτικά τι είναι αυτό που μέσα μας θέλει την αλήθεια, γιατί δίνουμε αξία σε αυτήν και όχι στην πιθανότητα ή την αναλήθεια, ο Νίτσε νιώθει σα να στέκεται μπροστά σε μια φρικτή Σφίγγα, σαν άλλος Οιδίποδας αλλά και σα να γίνεται ο ίδιος αυτή η Σφίγγα που με επιμονή θέτει το επικίνδυνο ερώτημα στον ίδιο και στην υπόλοιπη ανθρωπότητα. Στάσου και συ, αναγνώστη, μπροστά στη Σφίγγα που μας θέτει το ερώτημα και αναρωτήσου: Γιατί θέλουμε την αλήθεια; Γιατί να θεωρούμε πως υπάρχει αξία στην αλήθεια; Μήπως υπάρχει αξία στο ψέμα; Στην αβεβαιότητα; Τι αξία υπάρχει σε αυτά; Συλλογίσου πάνω σε αυτά τα ερωτήματα, γιατί εδώ βρίσκεται το ζουμί αυτής της ανάρτησης.

Με έναν έξυπνο τρόπο ξεφεύγει διαμιάς από όλες τις σαγήνες των ιδεαλιστών και αναγνωρίζει αξία και μάλιστα ζωτική μιας και είναι απαραίτητα για την ίδια τη ζωή στο ψέμα και την άγνοια. Ξεκινώντας από την ίδια τη ζωή αρχίζει και βλέπει κριτικά τους προηγούμενους από αυτόν φιλοσόφους και χρησιμοποιεί την ψυχανάλυση για να δει πίσω από αυτά που είπαν, σε αυτά που τους οδήγησαν να μιλήσουν έτσι όπως μίλησαν. Αναγνωρίζει τη σημασία του υποσυνείδητου και του ασυνείδητου στην φιλοσοφία και προσπαθεί να τα περιλάβει στη σκέψη του θεωρώντας τις φιλοσοφικές θεωρίες των προηγούμενων φιλοσόφων την κορυφή του παγόβουνου που αποτελείται κυρίως από το ασυνείδητο και το υποσυνείδητό τους.

Ο Νίτσε είναι αρκετά θαρραλέος γιατί δέχεται να σκεφτεί εκεί που υπάρχει έλλειψη βεβαιοτήτων, δέχεται να παλέψει με τα ίσως και να φιλοσοφήσει πάνω σε αυτά που μέχρι τότε θάβονταν κάτω από το χαλί. Επαναλαμβάνω: Αν σταματούσε εδώ, αν δεν έλεγε τίποτε άλλο, πάλι θα ήταν ένας εκ των κορυφαίων διανοητών στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Στη συνέχεια του πρώτου κεφαλαίου του Πέρα από το Καλό και το Κακό ο Νίτσε ασκεί σοβαρή κριτική στους μεγάλους προκατόχους του. Η ευστοχία των ενστάσεών του είναι απαράμιλλη. Από την κριτική του δεν διαφεύγει ούτε ο τρόπος με τον οποίον πολλοί διανοητές στην εποχή του (αλλά και στην εποχή μας) αντιμετώπιζαν την Φυσική. Οι επιστημονικές θεωρίες περιγράφουν ή εξηγούν τον κόσμο; Μη μπλέκετε απλές περιγραφές με ουσιαστικές εξηγήσεις. Αναγνωρίστε τις περιγραφές σας για αυτό που είναι, λέει με σοβαρότητα ο συγγραφέας. Συνεχίστε μέχρι να βρείτε τις εξηγήσεις που το πνεύμα σας ζητάει, συμπληρώνω εγώ. Αν μπορούν να βρεθούν.

Κάπου εκεί, μέσα δηλαδή στην κριτική που ασκεί στους φιλοσόφους, διατυπώνει την αντίληψη πως οι ηθικές (ή μη) προθέσεις κάθε φιλοσόφου καθορίζουν το φιλοσοφικό του έργο. Αν θέλουμε να καταλάβουμε το γιατί ένας φιλόσοφος διατύπωσε τις θεωρίες του, πρέπει να κοιτάξουμε στο πού αυτές αποβλέπουν από ηθικής άποψης, σύμφωνα με τον Νίτσε. Εδώ μπαίνει η αρχή για αυτό που τον απασχόλησε με τόση ένταση στο έργο του: την ηθική και τη χρήση της ή την κατάχρησή της από τον άνθρωπο.

Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010

"Φιλοκτήτης", Σοφοκλή




Η κατάσταση του Φιλοκτήτη είναι πραγματικά τραγική. Χωρίς να έχει κάνει κάτι κακό, οι σύντροφοί του τον εγκαταλείπουν μόνο με ελάχιστες προμήθειες σε ένα ερημικό νησί, άρρωστο, να υποφέρει, χωρίς να έχει καμία παρηγοριά, επειδή τον θεωρούσαν βάρος για τον Τρωικό πόλεμο και επειδή δεν ήθελαν με τις βρισιές και τα βογγητά του να χαλάσει τις θυσίες και τις προσευχές που έκαναν στους θεούς για να πάει καλά ο πόλεμος. Και αν καταφέρνει να επιζεί, αυτό γίνεται μόνο χάρις στα όπλα του, με τα οποία προστατεύεται και κυνηγά.

Ο τραυματίας, υποφέρει γιατί στην προσπάθειά του να βοηθήσει τον κοινό αγώνα, δαγκώνεται από ένα ιερό φίδι και από τότε η πληγή στο πόδι τον τυραννά. Ο πόνος ώρες - ώρες είναι αβάσταχτος, η πληγή δεν κλείνει, ο ήρωας δεν μπορεί να περπατήσει και ένα βρωμερό υγρό βγαίνει από το πόδι του. Πολύ φυσικά λοιπόν μισεί τους αρχηγούς του πολέμου που τον παράτησαν σε αυτήν την κατάσταση, τους Ατρείδες, και αυτόν που οργάνωσε το σχέδιο της προδοσίας, τον δόλιο Οδυσσέα.

Από την άλλη, η τωρινή θέση του Οδυσσέα είναι κατανοητή. Για να κερδηθεί ο πόλεμος, χρειάζεται ο Φιλοκτήτης. Αυτό έχει επιβεβαιωθεί από τον προφήτη Έλενο. Το τόξο και τα βέλη του Ηρακλή που έχει στην κατοχή του ο Φιλοκτήτης είναι το κλειδί για την κατάκτηση της Τροίας. Επομένως πρέπει να εξαπατηθεί ο Φιλοκτήτης και, ή να ενωθεί με τους υπόλοιπους Έλληνες στην Τροία, ή να παραδώσει τα όπλα.

Στην πολιτική, η νίκη είναι πάνω από όλα και ο σοφός πολιτικός μεταχειρίζεται όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή του για να επιτευχθούν οι στόχοι του και να κερδίσει τον πόλεμο. Η προσωποποίηση αυτού του τρόπου σκέψης είναι ο πολυμήχανος αλλά και απατεώνας Οδυσσέας.

Στον αντίποδα, ο Νεοπτόλεμος, γιος του Αχιλλέα, γενναίος και δίκαιος ήρωας, απόγονος που αρμόζει σε έναν τόσο σπουδαίο πατέρα, πρεσβεύει την τιμή και την δικαιοσύνη και θεωρεί πως το καλό δεν είναι καλό αν δε γίνεται με καλό τρόπο. Ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα για τον Νεοπτόλεμο, αλλά η δικαιοσύνη είναι αυτή που πρέπει να καθορίζει τη συμπεριφορά των ηρώων ακόμα και αν το αποτέλεσμα είναι η ήττα. Ο νεαρός Νεοπτόλεμος προτιμάει μια ήττα στην οποία θα έχει ενεργήσει σύμφωνα με την αίσθησή του περί δικαιοσύνης, παρά μια νίκη για την οποία θα έχει καταπατήσει τις αρχές του.

Η στάση και των τριών είναι λίγο - πολύ κατανοητή. Ο ένας έχει να κερδίσει έναν πόλεμο, ο άλλος θέλει να είναι έντιμος και του τρίτου έχει καταστραφεί η ζωή. Εκεί που τα πράγματα αρχίζουν να μπλέκονται είναι όταν οι τρεις αλληλεπιδρούν μεταξύ τους.

Στην αρχή ο Οδυσσέας πείθει τον Νεοπτόλεμο να εξαπατήσει τον Φιλοκτήτη για το καλό των Ελλήνων. Στη συνέχεια ο νεαρός εξαπατά τον άρρωστο ήρωα, αλλά τα αισθήματα που του προκαλεί το μαρτύριο του Φιλοκτήτη τον κάνουν να αλλάξει γνώμη και να του αποκαλύψει όλη την αλήθεια. Στο σημείο αυτό ο Φιλοκτήτης θρηνεί για την εξαπάτησή του και παρακαλεί να τον σώσει ο γιος του Αχιλλέα. Εδώ παρεμβαίνει ο Οδυσσέας και ζητά από τον Φιλοκτήτη να έρθει μαζί τους στην Τροία, να ιαθεί εκεί από το πρόβλημα που τον βασανίζει και να βοηθήσει στην κατάκτηση της πόλης.

Η πρόταση φυσικά απορρίπτεται από έναν οργισμένο Φιλοκτήτη που δεν συγχωρεί τον Οδυσσέα και τους Ατρείδες για το κακό που του έκαναν. Δέκα χρόνια ταλαιπωρείται και ζει σε άθλιες συνθήκες εξαιτίας τους. Δε θέλει λοιπόν να τους ανταμείψει με την κατάκτηση της Τροίας, πολύ περισσότερο τη στιγμή που οι υποσχέσεις του Οδυσσέα δεν είναι αξιόπιστες. Μια παγίδα μπορεί να κρύβεται πίσω από κάθε κουβέντα του άρχοντα της Κεφαλονιάς.

Ο Φιλοκτήτης πείθει τον Νεοπτόλεμο να τον σώσει και να παρατήσουν και οι δυο μαζί τον Τρωικό πόλεμο και εδώ τα πράγματα παίρνουν μια παράξενη τροπή. Τη στιγμή που οι δυο ήρωες είναι έτοιμοι να φύγουν μαζί με το τόξο και τα βέλη, παρεμβαίνει ο Ηρακλής, ο οποίος αποκαλύπτει στον Φιλοκτήτη πως έπρεπε να βασανιστεί και πως μετά τα βάσανά του θα έρθει η δόξα. Ο Φιλοκτήτης πείθεται από τον θεό και όλοι μαζί φεύγουν για την Τροία.

Γιατί αποκάλεσα παράξενη αυτή την τροπή; Μα γιατί ο Φιλοκτήτης ενώ στην αρχή προτιμά να χαθεί παρά να βοηθήσει αυτούς που τους πρόδωσε, τελικά αποδέχεται πως το σωστό είναι να τους βοηθήσει, χωρίς να μάθουμε ποτέ γιατί είναι αυτό "το σωστό". Δεν πρόκειται δηλαδή για ένα λογικό επιχείρημα, αλλά για έναν θεό που δίνει τη λύση με την επέμβασή του. Η τραγωδία είχε βρει μια διέξοδο πριν την επέμβαση του Ηρακλή, αλλά όχι την διέξοδο εκείνη που θα οδηγούσε στη νίκη των Ελλήνων πολεμιστών. Και τελικά, με τη θεία επέμβαση, η προσωπική πικρία του ήρωα μπαίνει στην άκρη.

Το δίλημμα στο οποίο έχει μπει, χωρίς να το θέλει, ο Φιλοκτήτης, είναι αν θέλει να αποδεχτεί την πιθανότητα να βελτιωθεί η ζωή του μετά από τόσες συμφορές, ή αν θα απορρίψει αυτή την πιθανότητα από δίκαιο μίσος και από εύλογη επιφυλακτικότητα. Ο, αναξιόπιστος πια, Οδυσσέας του λέει πολύ λογικά πως ό,τι έγινε έγινε, τώρα το συμφέρον του Φιλοκτήτη είναι να τον ακολουθήσει. Ο Φιλοκτήτης προτιμά να αυτοκτονήσει παρά να το κάνει αυτό αλλά ταυτόχρονα προσπαθεί να πείσει τον Νεοπτόλεμο να τον σώσει και τελικά το καταφέρνει. Δεν είναι δηλαδή τυφλά αυτοκαταστροφικός.

Αυτό το λέω για να δείξω πως δεν είναι ένας παράλογος ήρωας ο Φιλοκτήτης. Η στάση του μπορεί να χαρακτηριστεί λογική. Και τελικά η λύση, όπως και η αιτία των ταλαιπωριών, δίνεται από θεών, σαν να μη μπορούσε να στηριχτεί χωρίς το θεολογικό υπόβαθρο που καθιστούσε αναγκαία και τα παθήματα και τη μεταστροφή και την τελική νίκη των Ελλήνων στην Τροία. Αυτή η θεϊκή επέμβαση με ενοχλεί, γιατί υποσκάπτει τη λογική κάτω από την μεταστροφή του Φιλοκτήτη, ενώ ταυτόχρονα βάζει τη σφραγίδα του τραγικού στο έργο και ενεργοποιεί το συναίσθημα των αναγνωστών / θεατών με τρόπο ώστε το δράμα να ολοκληρώσει τη λειτουργία του.

Ο προβληματισμός ο δικός μου έγκειται στο εξής: Είναι τελικά παράλογη η συναισθηματική ολοκλήρωση που προκαλεί η τραγωδία; Είναι τελικά παράλογο το τραγικό στοιχείο του δράματος; Είναι ένα σημαντικό κομμάτι του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού που μας επηρεάζει και σήμερα χωρίς λογική; Ή η λογική κρύβεται ακριβώς στην ανάληψη ρίσκου που προτείνει ο Οδυσσέας και στην προσπάθεια να αλλάξουμε τις συνθήκες τις ζωής μας και να μην αφήσουμε τα παθήματά μας να καθορίσουν οριστικά και αμετάκλητα τον βίο μας;

Ενώ προβληματιζόμουν πάνω σε αυτές τις γραμμές διάβασα για την ταλαιπωρία που υπέστη ο ογδοντάχρονος Βρετανός διευθύνων σύμβουλος της Formula Ένα, Μπέρνι Έκκλεστον, τον οποίον έδειραν ληστές και του έκλεψαν κοσμήματα αξίας διακοσίων χιλιάδων λιρών. Την επόμενη μέρα, ο κακοποιημένος Έκκλεστον, φωτογραφήθηκε για διαφήμιση για το ρολόι που του πήραν, κερδίζοντας έτσι λεφτά και φήμη από ένα άσχημο περιστατικό που του συνέβη. Ο δαιμόνιος Άγγλος προχώρησε με οδυσσεϊκό τρόπο πέρα από τη συμφορά και έβγαλε κέρδος. Η λεζάντα έλεγε πως ο άνθρωπος κάνει οτιδήποτε για ένα ρολόι της συγκεκριμένης μάρκας.



Τρεις στάσεις ζωής, τρεις προτάσεις διαχείρισης των πραγμάτων που αφορούν όλους μας περιέχονται στον "Φιλοκτήτη".

Ο Οδυσσέας ελίσσεται ανάλογα με τις περιστάσεις προκειμένου να πετύχει τους στόχους του και πιστεύει πως τα λόγια και οι σκέψεις και όχι οι πράξεις χωρίς περίσκεψη και σχεδιασμό κυβερνούν τη ζωή των ανθρώπων.

Όπου τέτοιων χρεία, τέτοιος είμαι εγώ·
κι όπου κρίση δικαίων και αντρείων αντρών,
δε θα βρεις άλλο από 'με πιο ευσεβή.
Να νικώ παντού από τη φύση μου θέλω

Ο Νεοπτόλεμος έχει μια υποκειμενική αίσθηση του δικαίου και θέλει αυτό το δίκαιο να καθορίσει τη ζωή του. Ταυτόχρονα, ταλαντεύεται ανάμεσα στις διάφορες απόψεις, εκφράζοντας ίσως τον μέσο θεατή.

Μα αν δίκαια, των σοφών υπέρτερα τούτα.

Και τέλος, ο αδικημένος Φιλοκτήτης (αλήθεια, γιατί δεν τον έστειλαν σπίτι του με ένα από τα δικά του πλοία, αντί να τον εγκαταλείψουν σε ένα ερημικό νησί χωρίς καμία συντροφιά;) προτιμά να χαθεί παρά να βοηθήσει αυτούς που τον έβλαψαν.

Πώς, ω μάτια μου που είδατε τα πάντα,
τούτα θα βαστάξετε, με του Ατρέα
να 'μαι τους γιους, με κείνους που μ' αφάνησαν;
Πώς με τον κατάρατο γιο του Λαέρτη;
Δεν με τρώει των περασμένων ο πόνος,
μα όσαν είν' να πάθω απ' αυτούς ακόμα,
που φαντάζομαι

Και το ζουμί της τραγωδίας αυτής βρίσκεται στα λόγια του Νεοπτόλεμου:

Μα συ αγροίκος, δεν παίρνεις από λόγια
..........................
Κι αν σ' απόδιωξαν, αν θα σε σώσουν κοίτα
Οδυσσέας - Νεοπτόλεμος - Φιλοκτήτης - Έκκλεστον

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010

"Αντιγόνη", Σοφοκλή


Η Realmedia κυκλοφορεί τις επτά σωζόμενες τραγωδίες του μεγάλου τραγικού σε μετάφραση του δημοσιογράφου Ανδρέα Ζούλα. Διάβασα λοιπόν σήμερα τη μετάφραση της Αντιγόνης και με την ευκαιρία θα ήθελα να γράψω μερικές σημειώσεις στο blog.

Αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι πόσο άστοχα είναι τα περισσότερα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν οι χαρακτήρες του έργου.

Η σπουδαία και διάσημη για την συμπόνοια και την αγάπη της Αντιγόνη λέει ορθά - κοφτά πως δε θα έκανε την ίδια πράξη αγάπης αν επρόκειτο για δούλους ή ακόμη και για τον ίδιο τον άνδρα ή τα παιδιά της. Δεν είναι δηλαδή η γυναίκα - σύμβολο των πανανθρώπινων αξιών, όπως την εμφανίζουν πολλοί φιλόλογοι, αλλά μια γυναίκα που υπεραγαπάει τον αδερφό της.

Ο δε Κρέοντας, εκεί που χρησιμοποιεί λογικά επιχειρήματα για τον τρόπο οργάνωσης μιας πόλης, ξαφνικά αποκαλύπτει πτυχές του χαρακτήρα του που είναι όχι απλά παράλογες αλλά και αποκρουστικές.

Ο μόνος που είναι πιο κοντά στη λογική είναι ο Αίμωνας, τον οποίον όμως τα συναισθήματά του παρασέρνουν σε ένα τραγικό τέλος. Είναι εκείνος που δίνει το επιχείρημα - κλειδί για τη λύση του πολιτικού προβλήματος που θέτει ο Κρέοντας: "Δεν είναι πόλη που σ' έναν άντρα ανήκει". Με λίγα λόγια, ο λαός πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στη λήψη αποφάσεων για τη διακυβέρνηση της πόλης. Φυσικά, το πώς θα γίνει αυτό μένει αναπάντητο από την αρχαία τραγωδία και οι ισορροπίες που πρέπει να κρατηθούν αποτελούν τον κεντρικό πυρήνα της νεώτερης πολιτικής ιστορίας που γέννησε τη σύγχρονη δημοκρατία.

Το φόντο της τραγωδίας είναι θρησκευτικό, με τους αιώνιους νόμους των θεών να απαιτούν να ταφεί και ο Πολυνείκης και να τιμωρούν αυτούς που προχωρούν σε πράξεις καθοσιώσεως, υπονομεύεται όμως από τον ίδιο τον ποιητή, όταν θέτει το ερώτημα μέσω του Κρέοντα για το πού είναι οι θεοί και γιατί δε βοηθάνε τους πιστούς τους που κινδυνεύουν, αλλά στο τέλος του έργου ενισχύεται από την πραγματοποίηση της προειδοποίησης του μάντη με τον πόνο που προκλήθηκε στον Κρέοντα.

Στο προσκήνιο όμως βρίσκεται το ζήτημα της φρόνησης και της σωστής κρίσης. "Φρόνηση πρέπει, του Μενοικέα γιε, να έχεις" λέει ο Χορός στον Κρέοντα και η ίδια τη τραγωδία κλείνει με το "Για την ευδαιμονία, φρόνηση πρώτα να υπάρχει". Η ορθή κρίση είναι αυτή που θα έβγαζε από τα αδιέξοδα τους ήρωες του δράματος, αλλά τα συναισθήματά τους, τα ελλαττώματα του χαρακτήρα τους, τα συμφέροντά τους και τα πάθη τους σκιάζουν την κρίση τους. Όπως και με το ζήτημα της πολιτικής, έτσι και εδώ ο Ποιητής δε μας δίνει εξηγήσεις για το κριτήριο της ορθής κρίσης. Η Φιλοσοφία χρειάστηκε να δουλέψει αιώνες και η ανθρωπότητα είδε πολλά πισογυρίσματα μέχρι να ριχτεί άπλετο φως στο ζήτημα αυτό μέσα στον Δυτικό Πολιτισμό.

Το κομμάτι εκείνο του εγκεφάλου που δεν εμπίπτει στον χώρο της λογικής επηρεάζει τους χαρακτήρες του έργου. Η Ευρυδίκη από θλίψη και απόγνωση αυτοκτονεί, η Ισμήνη δείχνει ατολμία μπροστά στην εξουσία του τυράννου και μετά τη σύλληψη της αδερφής της παραδίδεται σε ένα τέλος που θεωρεί μοιραίο, ο Αίμωνας από έρωτα και οργή προσπαθεί να σκοτώσει τον πατέρα του και τελικά αυτοκτονεί, ο Κρέοντας έχει πάθος με την απολυταρχική εξουσία και υποτιμά τις ανθρώπινες σχέσεις και τους υπηκόους του, ενώ η Αντιγόνη λέει άσχημα λόγια στην αδερφή της που φοβάται να την ακολουθήσει, οδηγείται στον θάνατο από υπερβολική αγάπη στον αδερφό της και χρησιμοποιεί τη λογική όπως τη βολεύει.

Το δράμα γίνεται συναρπαστικό όσον αφορά τα κίνητρα και τον τρόπο με τον οποίον οδηγούνται στη δράση οι χαρακτήρες του έργου, δίνοντάς μας άφθονο υλικό στον τομέα της ανθρώπινης ψυχολογίας και τη σχέση της με την ζωή μας.