Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2012

Βάτραχοι του Αριστοφάνη

Η υπόθεση της τραγωδίας είναι απλή. Ο Διόνυσος κατεβαίνει στον Κάτω Κόσμο, αφού συμβουλευτεί τον Ηρακλή για το πώς θα τα καταφέρει, για να βρει τον σπουδαιότερο ποιητή, να τον φέρει πίσω στο βασίλειο των ζωντανών και να βοηθήσει την πόλη των Αθηνών που τον χρειάζεται. Στον Κάτω Κόσμο κατέχει τον θρόνο ο Αισχύλος, όμως, καθώς ο Ευριπίδης ισχυρίζεται πως εκείνος θα έπρεπε να βρίσκεται σε αυτήν τη θέση, γίνεται τελικά διαγωνισμός μεταξύ των δυο για το ποιος είναι καλύτερος, τόσο σε τεχνική, όσο και σε νοήματα. Τον διαγωνισμό κερδίζει ο Αισχύλος.

Το πρώτο πράγμα που με εντυπωσιάζει είναι η ελευθεροστομία του Αριστοφάνη. Μετά από δύο χιλιάδες χρόνια Χριστιανισμού είναι δύσκολο να ξαναμιλήσουμε δημόσια έτσι, όμως η φρεσκάδα του αρχαίου κειμένου παραμένει. Το αρχαίο κείμενο προτείνει μία νέα ισορροπία μεταξύ ελευθερίας και χυδαιότητας, σε αντίθεση με τις μετέπειτα εξελίξεις που περιόρισαν τόσο πολύ την ελευθερία και διεύρυναν τον χώρο της χυδαιότητας για να περιέχει πολύ περισσότερα από όσα αρμόζει. Περιττό να πω πως την ελευθεροστομία συνοδεύει σεξουαλική ελευθεριότητα.

Όμως με αυτό το κείμενο δε σκοπεύω να σχολιάσω την ελευθεροστομία του μεγάλου κωμωδού. Θέλω να μιλήσω για το δεύτερο ζήτημα το οποίο με εντυπωσίασε στο έργο, αυτό της σύγκρουσης με τον Ευριπίδη και τον Σωκράτη και τις πολιτικές διαστάσεις αυτής της σύγκρουσης, γιατί κατά τη γνώμη μου ο Αριστοφάνης μας αποκαλύπτει ολόκληρο τον πολιτικό του προβληματισμό με έναν εξαίσιο τρόπο.

Το πολιτικό πρόβλημα στον Αριστοφάνη

Με ευθύτητα ο Αριστοφάνης ορίζει τον σκοπό της τραγωδίας και της κωμωδίας. Ο ποιητής είναι άξιος θαυμασμού αν με την τέχνη του βοηθά τους ανθρώπους να γίνονται καλύτεροι στις πόλεις. Η βελτίωση δηλαδή των πολιτών είναι ο σκοπός της ποιητικής τέχνης, ένα καθαρά πολιτικό ζήτημα. Και υπό το πρίσμα του ζητήματος αυτού κρίνει ο Αριστοφάνης όχι μόνο τραγικούς ποιητές όπως ο Αισχύλος και ο Ευριπίδης, αλλά και φιλοσόφους όπως ο Σωκράτης.

Είναι συγκλονιστικά απλή η τοποθέτησή του Αριστοφάνη και σίγουρα δεν είναι αυτή που φαντάζεται ένας άνθρωπος που μελετά τα μεγάλα έργα τέχνης για καλλιτεχνικούς λόγους και μόνο. Αξίζει να δούμε πώς το λέει, στον διάλογο μεταξύ του Αισχύλου και του Ευριπίδη στον Κάτω Κόσμο (στ. 1008 και κάτω):

Αισχύλος: τίνος ούνεκα χρη θαυμάζειν άνδρα ποιητήν;

Ευριπίδης: δεξιότητος και νουθεσίας, ότι βελτίους τε ποιούμεν τους ανθρώπους εν ταις πόλεσι.

Αισχύλος: τουτ' ουν μη πεποίηκας, αλλ εκ χρηστών και γενναίων μοχθηροτάτους απέδειξας, τι παθείν φήσεις άξιος είναι;

Διόνυσος: τεθνάναι· μη τούτον ερώτα.

Σημασία φαίνεται να έχει η ποιότητα των πολιτών. Πώς τους παραλαμβάνει ο ποιητής και πώς τους παραδίδει. Προϋποτίθεται ότι το έργο του ποιητή έχει επίδραση στους ανθρώπους, ότι αλλάζει την ποιότητά τους, είτε προς το καλύτερο, είτε προς το χειρότερο.

Σημειώνω την πολιτική υφή της ποιότητας για την οποία μιλάμε. Έχει να κάνει με τη γενναιότητα και με τη χρηστότητα. Παρακάτω το αναλύει περισσότερο, αντιδιαστέλλοντας τους γενναίους πολεμιστές που "δημιουργεί" ο Αισχύλος, με τους αγοραίους και πανούργους  που "δημιουργεί" ο Ευριπίδης.

Άρα το ζήτημα της τέχνης είναι στην ουσία πολιτικό και όχι καλλιτεχνικό.

Γιατί όμως αυτή η επίθεση του Αριστοφάνη στον Ευριπίδη; Τι διακρίνει ο Αριστοφάνης στην τέχνη του Ευριπίδη που τον κάνει να την απορρίψει;

Είναι αποκαλυπτικό ένα απόσπασμα παρακάτω, στη σκηνή που ο Διόνυσος ζυγίζει στίχους των δυο τραγικών ποιητών για να δει ποιος διαθέτει μεγαλύτερο βάρος. Στη δεύτερη προσπάθεια υπάρχει η εξής στιχομυθία (στ. 1390 και κάτω):

Διόνυσος: λέγε

Ευριπίδης: ουκ έστι Πειθούς ιερόν άλλο πλην λόγος.

Αισχύλος: μόνος θεών γαρ θάνατος ου δώρων ερά.

Διόνυσος: μέθεσθε, μέθεσθε· και το τούδε γ' αυ ρέπει· θάνατον γαρ εισέθηκε βαρύτατον κακόν.

Ευριπίδης: εγώ δε πειθώ γ', έπος άριστ' ειρημένον.

Διόνυσος: πειθώ δε κούφον εστι και νουν ουκ έχον.

Ο Ευριπίδης δίνει μεγάλη σημασία στην πειθώ και τον λόγο. Για τον Αριστοφάνη η πειθώ είναι κάτι ελαφρύ, χωρίς νου. Αν όμως η πειθώ και ο λόγος δε ζυγίζουν πολύ στη ζυγαριά του Αριστοφάνη, αντιλαμβανόμαστε πως έχει ένα αξιακό σύστημα το οποίο τον φέρνει σε αντίθεση με τον Ευριπίδη, τον Σωκράτη και άλλους. Και πράγματι, στο τέλος του έργου αναφέρει ονομαστικά τον Σωκράτη (στ. 1491 και κάτω):

χαρίεν ουν μη Σωκράτει παρακαθήμενον λαλείν, αποβαλόντα μουσικήν τα τε μέγιστα παραλιπόντα της τραγωδικής τέχνης. το δ' επί σεμνοίσιν λόγοισι και σκαριφησμοίσι λήρων διατριβήν αργόν ποιείσθαι, παραφρονούντος ανδρός.

Η στάση του Αριστοφάνη υπαγορεύεται από την άποψή του για την τέχνη της πειθούς και τη χρήση του λόγου. Ο Ευριπίδης καταδικάζεται γιατί δίνει στους απλούς πολίτες τη δυνατότητα να εκφράσουν τους εαυτούς τους όπως είναι, ενώ ο Αισχύλος επαινείται γιατί με την τέχνη του βελτιώνει τους πολίτες. Εδώ συγκρούονται δυο φιλοσοφίες, δυο στάσεις απέναντι στους πολίτες. Μια στάση κατά την οποία ο ποιητής βιώνει το μεγαλείο και θέλει να βοηθήσει τους συμπολίτες του να το φτάσουν και αυτοί. Και μια στάση κατά την οποία ο ποιητής αποδέχεται τους συμπολίτες του όπως είναι και προσπαθεί να τους δώσει φωνή, να τους μάθει τον τρόπο να εκφράσουν δημόσιο λόγο.

Το ζήτημα δηλαδή που τίθεται έχει να κάνει με τον μέσο άνθρωπο. Έχει ανάγκη μιας τέχνης που παράγει δέος όπως του Αισχύλου, ή μιας τέχνης παρμένη από την καθημερινότητα που παράγει λόγο όπως του Ευριπίδη; Ποιος είναι, εν τέλει, αυτός ο μέσος άνθρωπος και ποια σχέση οφείλει να έχει με αυτόν η τέχνη;

Η δυσκολία είναι τεράστια. Ποια είναι η ισορροπία μεταξύ παιδαγωγικής και εκπροσώπησης του εκλογικού σώματος; Πότε προσπαθείς να βελτιώσεις τους συμπολίτες σου και πότε προσπαθείς να επιβάλεις τις δικές σου απόψεις στο όνομα μιας υποτιθέμενης βελτίωσης; Πότε τους εκπροσωπείς και πότε υποδαυλίζεις τα πάθη στο όνομα της εκπροσώπησης; Είναι σύνθετα ερωτήματα. Και αποκτούν μια άλλη διάσταση αν τα δούμε από τη σκοπιά του πολιτικού και του πολίτη και όχι μόνο από τη σκοπιά του καλλιτέχνη.

Συγκρούεται μια απλοϊκή οπτική για το εκλογικό σώμα που το εξιδανικεύει με μια πραγματικότητα που πολλές φορές είναι αδυσώπητη, καθώς το εκλογικό σώμα συχνά κάνει επιλογές ανορθολογικές και αυτοκαταστροφικές. Τα ιδανικά του Αριστοφάνη είναι μάλλον σαφή και έχουν να κάνουν με την πόλη. Ο πολίτης πρέπει να βάζει το συμφέρον της πόλης πάνω από το ατομικό συμφέρον, να είναι έντιμος στις συναναστροφές του, να γυμνάζεται, να είναι ανδρείος στον πόλεμο, να ζει λιτά, να αντιλαμβάνεται τη θέση του σε μια κοινωνική ιεραρχία ώστε να πασχίζει να δίνει όλον του τον εαυτό προς δόξαν της πόλης.

Κάτω από αυτό το πρίσμα χρησιμοποιείται το μεγαλείο στην τέχνη για διδακτικούς - πολιτικούς σκοπούς, ενώ ο λόγος εκείνος που εξισώνει τους πολίτες χωρίς να βλέπει διαφορές στην ποιότητα θεωρείται διαλυτικός για τους δημοκρατικούς θεσμούς, δηλαδή για τη διακυβέρνηση και το μέλλον της πόλης.

Ο Αριστοφάνης έχει χαρακτηριστεί από μερικούς ως συντηρητικός επειδή υπερασπίζεται έναν τρόπο ζωής παραδοσιακό και ιεραρχικό. Με βάση αυτα που μόλις είπαμε, μπορεί να χαρακτηριστεί ως πολίτης ο οποίος ανησυχεί βαθιά για την πορεία που παίρνει η πόλη και φοβάται τον εκφυλισμό της δημοκρατίας σε φαυλότητα. Το αν οι άξιοι να κυβερνούν ταυτίζονται με τους πλουσίους ολίγους δε διευκρινίζεται.

Ο Ευριπίδης αναφέρεται στη δημοκρατικότητα, προς υπεράσπιση του τρόπου του.

Ευριπίδης: μα τον Απόλλω· δημοκρατικόν γαρ αυτ' έδρων.

Ο Αριστοφανικός Αισχύλος όμως δεν αντιμετωπίζει άμεσα το θέμα της δημοκρατικότητας, με αποτέλεσμα μερικοί ερμηνευτές να κατατάξουν τον Αριστοφάνη στους ολιγαρχικούς. Πηγαίνει κατευθείαν στην ουσία, αντιμετωπίζοντας τον ισχυρισμό του Ευριπίδη μάλλον ως πρόσχημα, παρά ως το πραγματικό πρόβλημα.

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011

Το πρόβλημα με τον Ταοϊσμό


Μικρός λάτρεψα, για ένα διάστημα, τον Ταοϊσμό. Ήταν η θρησκεία που ταίριαζε περισσότερο με το γούστο μου. Το ότι έθετε στο κέντρο της τον κόσμο με κέντριζε. Έβρισκα αναζωογονητικό το ότι δεν έδινε έμφαση σε ένα σωρό μικρορυθμίσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ακόμα και τώρα θεωρώ το Τάο Τε Τσινγκ ένα σημαντικότατο έργο. Και συμφωνώ με πολλές αρχές του Ταοϊσμού.

Διάβαζα αποσπάσματα από το Βιβλίο του Χουάνγκ Τσου. Ο σκεπτικισμός του είναι εύστοχος. Τι είναι σωστό και τι λάθος, τι είναι αλήθεια και τι ψέμα, όταν τα ίδια πράγματα φαίνονται διαφορετικά σε διαφορετικά όντα; Όταν το ευχάριστο περιβάλλον διαφέρει για τους ανθρώπους και τα σαλιγκάρια, όταν το εύγευστο φαγητό διαφέρει για τις κουκουβάγιες και τους ανθρώπους, όταν η ομορφιά που συγκινεί έναν λαό αφήνει αδιάφορο ένα ζωικό είδος, πώς μπορούμε εμείς να απαιτούμε αντικειμενικότητα για τις κρίσεις μας; Πώς θα διευθετήσουμε μια διαφωνία όταν δεν υπάρχει αντικειμενικός δικαστής; Πολύς ντόρος γίνεται για το σωστό και το λάθος, τη στιγμή που αυτές οι λέξεις είναι χωρίς νόημα.

Αν και μου φαίνονται σωστά πολλά από τα όσα λέει και με εντυπωσιάζει το γεγονός ότι τόσους αιώνες πριν το Matrix θέτει το ερώτημα περί της αντικειμενικής πραγματικότητας και αναπτύσσει τον προβληματισμό για το τι νομίζουμε ως πραγματικό και το τι αποδείξεις έχουμε ότι είναι όντως πραγματικό, δε με ικανοποιεί η ολιγάρκεια των Ταοϊστών. Σαν Ταοϊστής μπορώ να είμαι χωρικός σε ένα βουνό της Κίνας, να έχω μια καλύβα σε ένα ποτάμι ή να ζω σε μια σπηλιά, δεν μπορώ όμως να φτιάξω επιταχυντές σωματιδίων, να δημιουργήσω ακριβά αυτοκίνητα, να φτιάξω αεροπορικές εταιρίες, να δημιουργήσω software για υπολογιστές.

Μόλις έγραψα αυτές τις γραμμές και αμέσως ήρθε η αμφιβολία. Μήπως και να μπορώ; Μήπως ο πόλεμος, αυτός ο πατέρας των πάντων στον πολιτισμό μας, δεν είναι ο μόνος δρόμος για την ανάπτυξη που γνώρισε η Δύση; Μήπως μπορεί κανείς να κάνει τεχνολογία και επιστήμη και χωρίς τις ψευδαισθήσεις περί του κόσμου που έχει ο άνθρωπος; Ποιος ξέρει! Δεν έχουμε δοκιμάσει και επομένως δεν μπορούμε να ξέρουμε. Μακάρι να μπορούσε να γίνει.

Προς το παρόν, μένουμε με τις αδυναμίες της ανθρώπινης φύσης από τις οποίες αναπτύσσεται ο Δυτικός Πολιτισμός. Ο Ταοϊσμός διδάσκει την αποδοχή των πραγμάτων, την άρνηση για αξιολογικές κρίσεις, την αποχή από τη διάκριση μεταξύ των πραγμάτων. Πόσο μακρινός είναι από τον Δυτικό Πολιτισμό! Αλλά και τι σημασία έχουν τα δημιουργήματα του Δυτικού Πολιτισμού όταν τίποτα δεν έχει πραγματική σημασία; Μήπως το πρόβλημα του Ταοϊσμού δεν είναι πραγματικό πρόβλημα;

Εγώ πάντως ικανοποιούμαι με τις ανέσεις που προσφέρει η τεχνολογία, τα όπλα που δίνει απέναντι στην αρρώστια και τον πόνο και την φυσική καταστροφή. Η φύση δε δείχνει οίκτο για τον άνθρωπο. Μετριάζουμε τις δυσκολίες όταν εφοδιαζόμαστε με τα όπλα που η τεχνολογία παρέχει.

Στη φωτογραφία ο δάσκαλος Χουάνγκ, ονειρεύεται πως είναι μια πεταλούδα που ονειρεύεται πως είναι ο δάσκαλος Χουάνγκ.

Κυριακή 28 Αυγούστου 2011

Τι απογοήτευση!


Διάβασα μερικά κομμάτια από τον Μένκιο και από τον Χσουν Τσου, για τη φύση του ανθρώπου. Ήξερα πως ο ένας υποστήριζε πως ο άνθρωπος είναι καλός από τη φύση του, ενώ ο άλλος ότι είναι κακός. Πως και οι δυο είχαν επηρεαστεί από την παράδοση του Κομφούκιου. Περίμενα να βρω κάτι από τον δάσκαλο στους συνεχιστές. Μάταια όμως.

Από προηγούμενες αναρτήσεις ξέρετε πως είχα γοητευτεί από τον τρόπο του Κομφούκιου. Αυτά τα στοιχεία που με γοήτευσαν στα Ανάλεκτα δεν υπάρχουν στα κείμενα που διάβασα των δυο Κομφουκιανιστών. Ο Μένκιος χρησιμοποιεί εικόνες από τη φύση και την ανθρώπινη ζωή. Αλλά τις χρησιμοποιεί σαν απλές παρομοιώσεις. Χωρίς τον καταπληκτικό τρόπο του Κομφούκιου που μέσα από τις εικόνες αναδείκνυε μοναδικά τα σημεία της σκέψης του που είχε ανάγκη ο μαθητής του.

Ο Χσουν Τσου προτιμά τον κοινό λόγο. Αλλά έναν κοινό λόγο που λέει πράγματα που θα μπορούσε να είχε πει ο καθένας. Κατηγορεί την ανθρώπινη φύση και στα αυτιά μου ακούγεται σαν Χριστιανός θεολόγος. Η διδασκαλία περί θείας χάρης του λείπει για να περάσει για Χριστιανός. Αντιτίθεται στις διδασκαλίες του Μένκιου αλλά χωρίς να έχει λάβει υπόψη του όλα τα αντεπιχειρήματα που μπορούν να διατυπωθούν. Μπορώ εύκολα να σκεφτώ γιατί αυτά που λέει δεν πολυστέκουν και αυτό με απογοητεύει. Κανένας από τους δύο δεν έχει την πνευματικότητα του δασκάλου τους, κανένας από τους δύο δε με γοητεύει, κανένας από τους δύο δε μου προσφέρει ευχαρίστηση διαβάζοντάς τον.

Ο Κομφούκιος δε μίλησε για την ανθρώπινη φύση και για τον πνευματικό κόσμο. Ξέρουμε πως σκόπιμα απέφυγε να μιλάει για αυτά τα πράγματα. Δεν γνωρίζω ποια ήταν η άποψή του για αυτά. Προσωπικά θα ήμουν ευτυχής αν δεν είχε άποψη, αλλά υποπτεύομαι πως θα είχε ορισμένες γνώμες που θα καθόριζαν τη σκέψη του για αυτά τα ζητήματα. Ίσως αν τις ήξερα να απογοητευόμουν και από αυτόν. Το μυστήριο συντηρεί την γοητεία.

Πώς φαίνεται σε έναν άνθρωπο του εικοστού πρώτου αιώνα αυτό το debate για τη φύση του ανθρώπου; Πολύ απλοϊκό. Δυο εκ διαμέτρου αντίθετες πλευρές. Καλό - Κακό. Όλοι οι άνθρωποι αντιμετωπίζονται το ίδιο. Η έννοια της ανθρώπινης φύσης αντιμετωπίζεται ως πραγματικότητα. Και φυσικά αγνοούνται όλα αυτά που μας δίδαξαν ο δαρβινισμός και οι νευροεπιστήμες για το πώς δουλεύει ο ανθρώπινος εγκέφαλος. Πόσο φτωχή φαίνεται μια συζήτηση για αυτά τα φιλοσοφικά ζητήματα χωρίς τη συμβολή των φυσικών επιστημών!

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011

Φρειδερίκος Νίτσε και Ηθική


Μόλις τελείωσα ένα κείμενο του μεγάλου φιλοσόφου Berkeley. Αυτός ήταν ένας επίσκοπος που έζησε γύρω στο 1700 στην Ιρλανδία και οι ιδέες του προκάλεσαν έκπληξη γιατί δίδασκε πως τα πράγματα δεν υπάρχουν παρά μόνο μέσα στο μυαλό μας. Από μικρός θυμάμαι πως μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση και μέσα μου είχα εκτίμηση για το όνομά του. Να που έφτασε ο καιρός λοιπόν να διαβάσω ένα κείμενό του για τις Αρχές της Ανθρώπινης Γνώσης, από την συλλογή φιλοσοφικών κειμένων Philosophy, The Classic Readings των Cooper και Fosl.

Το κείμενο είναι όντως εξαιρετικό. Η ιδιοφυΐα του φιλοσόφου είναι ανάγλυφη. Η ευστοχία της σκέψης του όταν μιλάει για το πως όλα αυτά που αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας, όπως είναι τα χρώματα, τα σχήματα ή οι ήχοι, υπάρχουν μόνο μέσα στο μυαλό μας είναι μοναδική. Πραγματικά, με απαράμιλλο τρόπο κάνει θρύψαλα τον σχολαστικισμό που είχε τις ρίζες του σε ένα κομμάτι της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, αφού αποδεικνύει πως τα εννοιολογικά του εργαλεία στερούνται πραγματικότητας.

Για κακή του τύχη ο καλός επίσκοπος γεννήθηκε σε μια εποχή που οι νευροεπιστήμες δεν είχαν αναπτυχθεί. Με τη σκέψη του έφτασε στο σημείο που μπορούσε να φτάσει ένας άνθρωπος της εποχής του. Αμφισβήτησε το πιο διαδεδομένο κοσμοείδωλο αλλά δε σταμάτησε εκεί. Χωρίς να έχει τις γνώσεις των νευροεπιστημών και της σύγχρονης φυσικής που θα του έδιναν μια άλλη διέξοδο στη σκέψη του, δοκιμάζει να δώσει απάντηση στο πρόβλημα που ανακύπτει περί την φύση του κόσμου χρησιμοποιώντας τα εργαλεία που είχε διαθέσιμα και πέφτει σε λάθη παρόμοια με αυτά που η ιδιοφυΐα του μόλις είχε αναδείξει. Γιατί αποδέχεται άυλες και απλές ψυχές και έναν Θεό, χρησιμοποιώντας την χριστιανική θεολογία της εποχής. Και με αυτά τα εργαλεία δίνει τις απαντήσεις του, αλλά με τρόπο που τον αφήνει έκθετο σε σοβαρές αντιρρήσεις και αμφισβητήσεις. Γιατί οι λύσεις που δίνει δεν είναι τόσο στέρεες όσο οι αντιρρήσεις με τις οποίες αποδομεί την προηγούμενη από αυτόν φιλοσοφία.

Έχω ξαναγράψει πως ακολουθώ τους Σκεπτικούς. Ως Σκεπτικός λοιπόν θα έμενα στην απορία, αντί να προσπαθούσα να δώσω λύσεις εκεί που δεν υπάρχει στέρεο έδαφος. Θα κρατούσα τις αποδείξεις του για το εσφαλμένο των απόψεων που πολεμεί, αλλά δε θα προχωρούσα παραπέρα, γιατί τα εργαλεία που χρησιμοποιεί κάθε άλλο παρά αυτονόητα είναι. Θα στεκόμουν με ένα "δεν ξέρω" μπροστά στο τεράστιο πρόβλημα της φυσικής πραγματικότητας, και δε θα δεχόμουν να προχωρήσω σε εικασίες τις οποίες θα πρόβαλα ως πραγματικότητα. Ή, αν διατύπωνα εικασίες, θα έλεγα πως είναι εικασίες και δε θα τις μπέρδευα με την αντικειμενική πραγματικότητα.

Πολύ απόλυτο ακούγεται αυτό το "εγώ δε θα δεχόμουν" και το "εγώ θα στεκόμουν". Καταλαβαίνω τον γλυκό πειρασμό του μυαλού να προτείνει μια θεωρία και να την αποδεχτεί χωρίς ερωτήματα ως αλήθεια. Αναμφισβήτητα το έχω κάνει και εγώ το λάθος αυτό. Θέλει σκληρή εξάσκηση για να σκέφτεται κανείς με τον τρόπο των Σκεπτικών. Αν δεν το καταφέρνω κάποιες φορές, συγχωρήστε την αδυναμία μου.



Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τον Νίτσε. Ενώ η ιδιοφυΐα του είναι μοναδική όταν κριτικάρει τους προηγούμενους φιλοσόφους, δεν έχει τις ίδιες απαιτήσεις για αποδεδειγμένα επιχειρήματα όταν προχωρά στις εικασίες του περί της ηθικής, περί της προέλευσής της και του νοήματός της. Έτσι, εικάζει για το νόημα λέξεων όπως "ευγενής" και "καλός" χωρίς να μας πείθει με τις αποδείξεις του περί των εικασιών του. Για έναν άνθρωπο που έχει κάνει εξαιρετικά σοβαρή δουλειά, τα γραφόμενά του φαίνονται χτυπητά ανεπαρκή όταν αφορά τις νέες ιδέες που προτείνει περί του καλού και του κακού, περί της αριστοκρατίας και της πλέμπας, περί της σωστής ιεραρχίας των αξιών.

Δε λέω πως έχει άδικο. Λέω πως δεν προσφέρει απλόχερα τις τρανταχτές αποδείξεις και την πολυσέλιδη τεκμηρίωση που θα μας έπειθε για την ιστορική βάση των ισχυρισμών του. Αυτός, που κατηγορεί τους άλλους για ανιστορική φιλοσοφία, είναι παραδόξως ανιστορικός όταν έρχεται στην ιστορική ερμηνεία του για τις ρίζες και την εξέλιξη της ηθικής.

Λέει, ο Νίτσε, πως οι ευγενείς ήταν άνθρωποι σκληροί και περήφανοι, που δημιουργούσαν αξίες και στέκονταν πάνω από την πλέμπα η οποία έδωσε έμφαση στην αλληλεγγύη και την αγάπη, την ειρήνη και τη δικαιοσύνη για να καταφέρει να επιβιώσει. Λέει πως η πλέμπα κατέκτησε τον κόσμο μέσω του Χριστιανισμού. Αλλά πού βρίσκεται η τεκμηρίωση για όλους αυτούς τους ιστορικούς ισχυρισμούς; Στα βιβλία που διάβασα βρήκα μόνο εικασίες. Πουθενά δε βρήκα την αναγκαία τεκμηρίωση.

Μπορεί και να αδικώ τον Νίτσε και να έχει κάνει σοβαρότατη μελέτη στις προσωπικές του σημειώσεις ή σε κάποιο βιβλίο που δεν αγόρασα εγώ. Όμως, έτσι όπως έχουν τα έργα του που διάβασα, δε μπορώ να πω πως με πείθουν στο τόσο κρίσιμο για αυτόν κομμάτι της φιλοσοφίας του, αυτό της Ηθικής. Παραμένω λοιπόν με τους Σκεπτικούς, με την απορία και την εποχή τους.

Υ.Γ. Με έκπληξη διαπίστωσα πως είχε εξαντληθεί η Γενεαλογία της Ηθικής και το Ίδε ο Άνθρωπος από τον Παπασωτηρίου του Mall. Ελπιδοφόρο που υπάρχει κόσμος που θέλει να διαβάσει αυτά τα βιβλία! Και μην πείτε οι απαισιόδοξοι πως δεν ξέρουμε πώς θα τα χρησιμοποιήσουν και τι θα καταλάβουν αυτοί που τα αγόρασαν!

Δευτέρα 15 Αυγούστου 2011

Φρειδερίκος Νίτσε εναντίον Σκεπτικών


Επειδή από αύριο ξεκινάω δουλειά και δε θα έχω τον χρόνο που απαιτείται για να ασχοληθώ με τα διάφορα blogs, για αυτό θα γράψω σήμερα την ανάρτηση για την ουσία της ενασχόλησής μου με τον Νίτσε, την αισιοδοξία του μηδενισμού του.

Συμφωνώ με τον Νίτσε στην έλλειψη νοήματος στο σύμπαν. Ακολουθώντας του αρχαίους Σκεπτικούς διατηρώ (ή τουλάχιστον πρεσβεύω) μια ουδετερότητα, μια εποχή απέναντι στα πράγματα και στις διάφορες καταστάσεις της ζωής. Ο Νίτσε, αντίθετα, αποδέχεται τη ζωή, θέλει να την γιορτάσει, την βλέπει θετικά και μας καλεί να τη ζήσουμε στο έπακρο.

Ποια είναι όμως τα επιχειρήματά του, πως ξεπερνά τον σκόπελο της έλλειψης νοήματος; Με ποιους λόγους αρνείται τον ουδέτερο μηδενισμό και αποδέχεται τον αισιόδοξο μηδενισμό; Με ενδιέφερε ιδιαίτερα αυτό το σημείο, γιατί θα προτιμούσα τον δημιουργικό, τον αισιόδοξο μηδενισμό που αποδέχεται τη ζωή από έναν μηδενισμό της ανίας, όπου τα πάντα καθίστανται βαρετά από την έλλειψη νοήματος.

Μάταια ήλπιζα να πειστώ από το έργο του Νίτσε. Από ό,τι φαίνεται δεν υπάρχει πειστικό επιχείρημα απέναντι στην έλλειψη νοήματος. Αυτό που κάνει ο Νίτσε είναι να αφήνει στην μπάντα τη λογική και να ζητά να ζήσουμε τη ζωή με όλες τις υπόλοιπες λειτουργίες του ανθρώπου χωρίς να ασχολούμαστε με την έλλειψη νοήματος. Αισθάνομαι λίγο απατημένος. Ξέχνα, σαν να μου λέει, το πρόβλημα και ζήσε σαν να μην υπάρχει. Άδραξε τη ζωή, γίνε δημιουργικός, νιώσε τη χαρά να πλημμυρίζει το σώμα σου όταν ενεργείς σύμφωνα με τα ένστικτά σου και τη φύση σου, νιώσε τη δύναμή σου, κατέκτησε τον κόσμο.

Το μόνο πρόβλημα είναι πως δεν μπορώ να ξεχάσω. Δεν μπορώ να κάνω σαν να μην υπάρχει το πρόβλημα της έλλειψης νοήματος, ένα πρόβλημα που υπάρχει μόνο για τη λογική, και δεν μπορώ να αφήσω το κομμάτι αυτό της λογικής στην άκρη ενώ τα υπόλοιπα κομμάτια του εαυτού μου θα ενεργούν σύμφωνα με τη φύση τους.

Παραμένω λοιπόν Σκεπτικός. Το τέχνασμα του μεγάλου Γερμανού δεν έπιασε στην περίπτωσή μου. Συγγνώμη Φρειδερίκε, μπορείς δικαίως να κατηγορείς τους Σκεπτικούς, δεν μπόρεσες όμως να αποδείξεις με τη λογική ότι έχουν άδικο. Στο σημείο αυτό υστερεί η φιλοσοφία σου. Πράγμα που ελάχιστα θα έπρεπε να μας εκπλήσσει, μιας και δεν υπάρχει κάτι τέλειο στον κόσμο.