Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

Ραψωδία Α

Διαβάζοντας το Άλφα της Ιλιάδας νομίζω ότι είναι σημαντικό να ξεκαθαριστεί ο λόγος για τον οποίο ο Αγαμέμνονας και ο Αχιλλέας τσακώνονται και τελικά έρχονται πολλά δεινά πάνω στους Δαναούς.

α) Ο Αγαμέμνονας προσβάλλει τον ιερέα του Απόλλωνα, Χρύση
β) Ο Χρύσης ζητά από τον Απόλλωνα να εκδικηθεί την προσβολή και τη θλίψη που του προκάλεσαν οι Δαναοί.
γ) Ο Απόλλωνας προκαλεί δεινά στους Δαναούς.
δ) Ο μάντης Κάλχας εξηγεί τον λόγο των δεινών, αφού πρώτα εξασφαλίσει την προστασία του Αχιλλέα.
ε) Ο Αγαμέμνονας θυμώνει με τον Κάλχα αλλά τελικά υποχωρεί για να εξευμενιστεί ο Απόλλωνας. Ζητά όμως άλλο μερίδιο από τα λάφυρα προς αντικατάσταση της Χρυσηίδας.
στ) Ο Αχιλλέας αντιμίλησε στον Αγαμέμνονα κατηγορώντας τον για απληστία.
ζ) Ο Αγαμέμνονας αρνείται να μείνει χωρίς νέο μερίδιο από τα λάφυρα. Απειλεί πως αν δε του δώσουν λάφυρο της αρεσκείας του θα αρπάξει κάτι από τον Αχιλλέα ή κάποιον άλλο από τους άρχοντες.
η) Ο Αχιλλέας βρίζει τον Αγαμέμνονα, λέει πως αν και πολεμά πιο πολύ από κάθε άλλον αδικείται κάθε φορά στη μοιρασιά και πως προκειμένου να πολεμά για να μαζεύει ο Αγαμέμνονας πλούτη προτιμά να επιστρέψει στην πόλη του.
θ) Ο Αγαμέμνονας τον κατηγορεί ότι έχει φιλοπόλεμο / εριστικό χαρακτήρα και δηλώνει ότι θα πάρει την Βρισηίδα που αποτελεί λάφυρο του Αχιλλέα για να τιμωρήσει την αυθάδειά του.
ι) Ο Αχιλλέας τραβάει το σπαθί του και αμφιταλαντεύεται για το αν πρέπει να σφάξει τον Αγαμέμνονα.
ια) Η Αθηνά παρεμβαίνει και συγκρατεί τον Αχιλλέα δίνοντας την υπόσχεση ότι ο Αχιλλέας θα λάβει πολύτιμα δώρα πολλαπλάσια της αξίας των λαφύρων που χάνει για την αλαζονεία αυτή του Αγαμέμνονα.
ιβ) Ο Αχιλλέας ακολουθεί τη συμβουλή της θεάς Αθηνάς.

Στη συνέχεια:

ιγ) Ο Αχιλλέας βάζει στη θήκη του το ξίφος, βρίζει θυμωμένος τον Αγαμέμνονα, και ορκίζεται ότι θα έρθει η ώρα που οι Αχαιοί θα επιθυμήσουν σφοδρά την παρουσία του Αχιλλέα και ο Αγαμέμνονας θα είναι θυμωμένος με τον εαυτό του γιατί δε λογάριασε τον καλύτερο από τους Αχαιούς.
ιδ) Ο Νέστορας προσπαθεί να συμφιλιώσει τους δύο, προτείνοντας ο Αγαμέμνονας να μην πάρει το μερίδιο του Αχιλλέα και ο Αχιλλέας να μη νομίζει πως είναι ίσος με τον Αγαμέμνονα καθώς αυτός ξεχωρίζει στην τιμή.
ιε) Ο Αγαμέμνονας δηλώνει πως τα λόγια του Νέστορα είναι μετρημένα αλλά ο Αχιλλέας θέλει να είναι πάνω από όλους.
ιστ) Ο Αχιλλέας τον διακόπτει και λέει πως δε δέχεται εντολές από κανέναν. Του επιτρέπει να πάρει την Βρισηίδα αλλά δε θα του επιτρέψει να πάρει και κάτι άλλο.
ιζ) Η συνέλευση λύεται.

Νομίζω πως με αυτό το απλό σχήμα ξεκαθαρίζεται η αιτία της ρήξης.

Ακολουθούν ορισμένα αποσπάσματα από τον διάλογο των δύο ανδρών, σε μετάφραση του Δ. Ν. Μαρωνίτη, από τις εκδόσεις Άγρα.

(Αγαμέμνονας) Αλλά απαιτώ να μου ετοιμάσετε πάραυτα άλλο μερτικό, μη μείνω
ατίμητος μόνος απ' τους Αργείους - πράγμα πέρα για πέρα αταίριαστο.

(Αχιλλέας) Του Ατρέα τιμημένε γιε, που όλα τα θες δικά σου,

(Αχιλλέας) Ξετσίπωτε απ' την κορφή ως τα νύχια, υπόδουλε στο ατομικό συμφέρον,
πες μου· ποιος Αχαιός αυθόρμητα θα υπακούσει πια στον λόγο σου,

(Αχιλλέας) όμως εσύ τίποτα δεν υπολογίζεις, τίποτα δεν σε σταματά,
κι έχεις το θράσος ν' απειλείς, το γέρας το δικό μου πως θ' αρπάξεις,
που τόσο μόχθησα να το κερδίζω - οι Αχαιοί μου τό 'δωσαν.

(Αγαμέμνονας) εσένα πάντα σε τραβούν
οι κόντρες, ο πόλεμος κι η μάχη, όμως κι αν είσαι αντρείος αυτό είναι δωρεά θεού.

(Αγαμέμνονας) θα πάω ο ίδιος στη σκηνή σου να την πάρω, το γέρας σου, να μάθεις
πόσο ανώτερός σου είμαι, κι άλλος κανένας πια δεν θα τολμήσει
μπροστά μου να φερθεί σαν ίσιος κι όμοια.

(Αχιλλέας) όποιος ακούει τους θεούς, κι εκείνοι τον ακούν.

(Αχιλλέας) ποτέ δεν τόλμησες να βγεις στον πόλεμο με τον στρατό σου,
μήτε να πάρεις μέρος σε καρτέρι μαζί με τους γενναίους Αχαιούς -
αυτά τα τρέμεις σαν τον μαύρο χάρο.

(Αχιλλέας) γιατί καθόλου δεν λογάριασες
τον άριστο των Αχαιών

(Νέστορας) πάψε να συνερίζεσαι
σαν ίσος με τον βασιλιά, γιατί τιμή σαν τη δική του δεν κέρδισε
άλλος σκηπτούχος βασιλιάς, από τον Δία τιμημένος.

(Αγαμέμνονας) όμως αυτός εδώ θέλει να στέκει πάνω απ' όλους,
σ' όλους να επιβάλλεται, θέλει να κυβερνά τους πάντες,
αυτός να ορίζει -κάτι που δεν θα το δεχτεί κανείς.

(Αχιλλέας) Αλήθεια, θά 'μουνα δειλός και τιποτένιος,
αν με σκυμμένο το κεφάλι έλεγα πάντα ναι στους ορισμούς σου.
Σ' άλλους εσύ να δίνεις τέτοιες προσταγές, σ' εμένα δεν περνούν.

Τρίτη 11 Μαρτίου 2014

απορία

Σε ένα σύστημα σκέψης, πρώτα έρχεται η θεωρία και ακολουθούν οι πρακτικές συνέπειες, ή μήπως η πράξη αποτελεί τμήμα του συστήματος εξαρχής, χωρίς να έπεται λογικά από την θεωρία που επίσημα αυτό διδάσκει;

Στωικισμός - Χριστιανισμός

Είναι διαφορετικό να διδάσκεις στην Αθήνα, ή να είσαι Ρωμαίος ευγενής και διαφορετικό να βρίσκεσαι στην Ιουδαία, να αποδέχεσαι την θεοκρατία και να υφίστασαι ένα ξένο πολίτευμα. Δεν εκπλήσσει λοιπόν που ο Στωικισμός δίνει έμφαση στην αρετή και στις σχέσεις του ατόμου με το κοινωνικό σύνολο και την σωστή συμπεριφορά ως προς την πολιτική οργάνωση της χώρας, ενώ ο Χριστιανισμός δεν ασχολείται καθόλου με την κοινωνική και πολιτική διάσταση του ανθρώπου αλλά δίνει έμφαση στην προσωπική αμαρτία και στη σχέση του πιστού με τον Θεό του. Ο Χριστιανός παραιτείται από τον ρόλο του ως πολίτη, εγκαταλείπει την πολιτική ακόμα και αν συνεχίζει να μένει στην πόλη και αναζητά τη σωτηρία της ψυχής του.

Και τα δύο πνευματικά ρεύματα αντιμετωπίζουν βαθιά αρνητικά  τις λεγόμενες κοσμικές απολαύσεις. Η δόξα, ο πλούτος, το σεξ, η υστεροφημία, τίποτα από αυτά δεν αναγνωρίζεται ως αξία. Ο άνθρωπος καλείται να κάνει εσωτερική δουλειά για να αποσπάσει τον εαυτό του από το πλέγμα των κοσμικών αξιών και να υπηρετήσει ένα διαφορετικό σύνολο αξιών. Όμως στην περίπτωση των Στωικών οι αξίες που προτείνονται έχουν σαφή πολιτική κατεύθυνση· η κοινωνία μπορεί να μη γίνεται τέλεια, αλλά επιδέχεται βελτίωσης. Μπορεί τα ανθρώπινα να φαίνονται άνευ σημασίας αν ειδωθούν με το πρίσμα της αιωνιότητας, αλλά η αρετή του ανθρώπου τον οδηγεί σε συγκεκριμένη δράση μέσα στην κοινωνία την οποία ζει.

Ο Χριστιανός θεωρεί ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να φτάσει την κατάσταση της ψυχής την οποία επιδιώκει, ενώ η αντίστοιχη κατάσταση για τον Στωικό θεωρείται φυσική. Για αυτόν ίσως τον λόγο, η ευθύνη γίνεται διαφορετικά αντιληπτή στα δυο συστήματα σκέψης. Ο Στωικός έχει ευθύνη να κάνει το καλό, ή τουλάχιστον να μην κάνει το κακό. Όταν κάποιος κάνει το κακό, ο Στωικισμός διδάσκει την επιείκεια. Κάνοντας το κακό ο άνθρωπος βλάπτει τον εαυτό του, αγνοώντας τη βλάβη που υφίσταται. Η άγνοια του καλού περιορίζει και την ενοχή όταν κάποιος πράττει το κακό. Από την άλλη πλευρά, όταν ο Χριστιανός κάνει το κακό, αυτό συμβαίνει επειδή ενέδωσε στα πάθη του και άρα φέρει την ευθύνη της επιλογής του· είναι ένοχος. Αντίθετα, για να κάνει ο Χριστιανός το καλό, απαιτείται η θεία Χάρις. Στον Στωικισμό δηλαδή η προσωπική ευθύνη είναι χρέος για το καλό, ενώ στον Χριστιανισμό η προσωπική ευθύνη είναι ενοχή για το κακό.

Κυριακή 9 Μαρτίου 2014

Στωικοί (1)

Πώς να αντιμετωπίσουμε τις ενοχλήσεις που νιώθουμε; Ο στωικός φιλόσοφος στρέφει το βλέμμα του στη ζωή του ανθρώπου και επιχειρεί να δώσει λύσεις στα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε. Στην προσπάθειά του αυτή, αναπτύσσει έναν ευφυή συλλογισμό. Μεταξύ του πράγματος που νομίζουμε ότι μας προκαλεί ενόχληση και της ενόχλησης που νιώθουμε παρεμβάλλεται ο ανθρώπινος εγκέφαλος. Μπορούμε και πρέπει να καλλιεργήσουμε το μυαλό μας έτσι ώστε να μην ενοχλούμαστε από πράγματα που ενοχλούν συνήθως τους ανθρώπους. Η ενόχληση είναι στο μυαλό μας, λέει η στωική φιλοσοφία. Άλλαξε τον τρόπο που βλέπεις τα πράγματα και θα φύγει η ενόχληση. Ναι, τα πράγματα δε θα αλλάξουν, αλλά το αίσθημα της ενόχλησης θα έχει τροποποιηθεί, γιατί είναι υποκειμενικό, όχι αντικειμενικό.

Η Στοά δίνει έμφαση στο άτομο και τον εσωτερικό του κόσμο. Θεωρεί πως ένας έντιμος άνθρωπος που προσέχει τη δικαιοσύνη και είναι σωστός στις κοινωνικές του συναναστροφές έχει φτιάξει έναν χαρακτήρα τέτοιον που του επιτρέπει να είναι αυτάρκης, να μην εξαρτάται από το εξωτερικό περιβάλλον. Κάτι που θα φέρει η ζωή, ή κάτι που θα κάνουν άλλοι άνθρωποι δεν μπορεί να τον βλάψει, γιατί αναγνωρίζει ως βλάβη μόνο την κακία στον χαρακτήρα και αυτό είναι στο χέρι του να το απορρίψει.

Καλά όλα αυτά στη θεωρία. Σε πρακτικό επίπεδο όμως, πώς επιτυγχάνεται η αταραξία; Φοβάμαι πως η λύση που προτείνει η φιλοσοφία είναι η εκλογίκευση. Και λέω φοβάμαι, γιατί δε νομίζω να αρκεί η εκλογίκευση, επειδή θεωρώ ότι η λογική παίζει μικρότερο ρόλο στον άνθρωπο από όσο νόμιζαν οι αρχαίοι. Από την προσωπική μου εμπειρία διαπιστώνω πως ο φιλόσοφος διευκολύνεται με την εκλογίκευση, αλλά δε λύνονται εντελώς τα προβλήματα που τον ενοχλούν. Ίσως για αυτό έπρεπε να υπενθυμίζουν στον εαυτό τους ξανά και ξανά οι Στωικοί τη μέθοδο για την αντιμετώπιση των ενοχλήσεων.

Ας υποθέσουμε πως μας ενοχλεί κάποιος. Εμείς πρέπει να προσπαθήσουμε να δούμε πώς σκέφτεται και γιατί κάνει αυτά που κάνει. Δε φταίει αυτός για τις πράξεις του, αφού έχει συγκεκριμένες αντιλήψεις και δεν μπορεί να δει το καλό. Αυτό πρέπει να μας οδηγεί να είμαστε επιεικείς μαζί του. Άλλωστε, οι πράξεις του δεν μπορούν να μας βλάψουν πραγματικά. Μάλλον τον ίδιον βλάπτουν, γιατί τον κρατούν μακρυά από τη ζωή της αρετής. Αυτό είναι μια προσπάθεια εκλογίκευσης, που μπορεί να είναι σύμφωνη με την πραγματικότητα, αλλά από μόνη της δεν αρκεί για να εξαλείψει την ενόχληση που νιώθουμε. Ένας στωικός θα έλεγε πως με τη συνεχή προσπάθεια από την πλευρά μας όχι απλά θα μειωθεί, αλλά θα εξαλειφθεί εντελώς.

Ας περάσουμε σε άλλο παράδειγμα. Γιατί να μας ανησυχεί το μέλλον; Αφού δεν υπάρχει ακόμα. Ή το παρελθόν; Αφού χάθηκε και δεν υπάρχει πια. Από τη στιγμή που βιώνουμε μόνο το παρόν, εκεί βρίσκονται οι προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπίσουμε. Το βάρος του παρελθόντος ή του μέλλοντος είναι καθαρά ψυχολογικό, δηλαδή υποκειμενικό, και ως τέτοιο δεν είναι πραγματικό και άρα μπορούμε να το αποφύγουμε αλλάζοντας την αντίληψή μας για το παρελθόν και το μέλλον. Μπορούμε όμως να αλλάξουμε την αντίληψή μας; Η απλή εκλογίκευση δε βοηθά. Μήπως η συνεχής εξάσκηση επιδρά στον εγκέφαλό μας έτσι ώστε να αλλάζει η αντίληψή μας; Δεν το γνωρίζω.


(Στη φωτογραφία οι ανασκαφές για την Ποικίλη Στοά.)

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

βραβεία και σωζόμενα έργα, από Oxford Companion to Classical Literature

Euripides won the dramatic competitions with the trilogy containing Hippolytus in 428, and posthumously with the trilogy containing Bacchae and Iphigeneia at Aulis, produced probably in 405, and on only two other occasions.....

We possess nineteen of the ninety-two plays Euripides is said to have written, and know the titles of about eighty. The plays we possess are of two classes: (i) a selection of ten plays perhaps made c. AD 200 and transmitted with scholia, consisting of Alcestis (438, second prize), Medea (431, third prize), Hippolytus (428, first prize), Andromache (date not known; c.426), Hecuba (date not known; c.424), Trojan Women (415, second prize), Phoenician Women (see PHOENISSAE; between 412 and 408), Orestes (408), Bacchae (405; the scholia are lost), and Rhesus (perhaps not genuine); (ii) part of an alphabetic arrangement of his work comprising plays whose (Greek) titles begin with the Greek letters E to K, namely, Helen (412), Electra (date not known; c.417), Children of Heracles (Heracleidae) (date not known; c.430), Madness of Heracles (date not known; c.417), Suppliant Women (see SUPPLIANTS 2; date not known; c.422), Iphigeneia at Aulis (405; produced with Bacchae), Iphigeneia in Tauris (date not known; c.414), Ion (date not known; c.410), and Cyclops (a satyric drama, probably late). In this second group we therefore have some plays of Euripides that may be considered a representative selection of his work rather than plays selected for a purpose, such as a school curriculum. Very fragmentary remains of several lost plays have turned up on papyri in the twentieth century.

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

Βάκχαι, Ευριπίδη


Κεντρικό θέμα στις Βάκχες του Ευριπίδη είναι η σχέση του ατόμου με την παράδοση.

Κανείς ποτέ δεν πρέπει μας
να σκέφτεται πιο πάνω
απ' τους νόμους και τα ήθη.

κούφα γαρ δαπάνα νομίζειν
ισχύν τοδ' έχειν, ότι ποτ' άρα το δαιμόνιον,
το τ' εν χρόνω μακρώ νόμιμον
αεί φύσει τε πεφυκός.

Οι θρησκευτικές παραδόσεις πηγάζουν από τα βάθη του χρόνου και από τη φύση και είναι μάταιος κόπος να προσπαθείς να ερευνήσεις τα ζητήματα αυτά με τον νου. Οι άνθρωποι δεν πρέπει να τα βάζουν με τους θεούς. Αυτοί κρυπτεύουσι…. και θηρώσιν τον άσεπτον.

Παράδειγμα προς αποφυγήν αποτελεί ο Πενθέας και η οικογένειά του που δεν πίστεψαν στην θεότητα του Διονύσου. Στο τέλος, ο Διόνυσος φανερώνεται ως θεός δεινότατος, καθώς ο Πενθέας κατασπαράσσεται από την ίδια του τη μητέρα και τις γυναίκες συγγενείς του. Ο θεός τρελαίνει τόσο τον άρχοντα της Θήβας όσο και τις γυναίκες και τους τιμωρεί, τον μεν με ατίμωση και θάνατο, τις δε με τη δολοφονία του γιου και ανιψιού τους. Οι άπιστοι που τόλμησαν να υβρίσουν τον Διόνυσο και την μάνα του τιμωρούνται. Μαζί τους οδηγείται στην ατίμωση και ο Κάδμος που προσπάθησε να αποκομίσει όφελος από τη συγγένειά του με έναν θεό στον οποίον δεν πίστευε.

Οι Βάκχες περιέχουν τη συγκλονιστική σκηνή που η Αγαύη αναγνωρίζει το κεφάλι του γιου της και συνειδητοποιεί ότι τον σκότωσε η ίδια. Ο σπαραγμός δε συμβαίνει στη σκηνή. Έχουμε την αφήγηση των γεγονότων από τον έτερο άγγελο και τη συνειδητοποίηση του τι έχει συμβεί από την μητέρα του Πενθέα.

Ο Ευριπίδης μας εξηγεί από την αρχή με το πρόσωπο του Διονύσου ότι η μητέρα του Πενθέα είναι ένοχη ασέβειας προς τον θεό. Ξέρουμε ότι θα τιμωρηθεί και αυτή όπως και ο γιος της. Στην πορεία βλέπουμε την ασέβεια του υιού, ο οποίος ξανά και ξανά αντιτίθεται στη λατρεία του Διονύσου. Το τέλος του έρχεται φυσικά. Μετά τον θάνατό του, ερχόμαστε στην τιμωρία της μητέρας του, μια τιμωρία που ξέραμε από την αρχή ότι θα έρθει. Ο ποιητής δένει το έργο προσεκτικά.

Στάθηκα στο σημείο αυτό γιατί στην πρώτη ανάγνωση έμεινε λίγο μετέωρη μέσα μου η τιμωρία της Αγαύης. Θεώρησα ότι δε θα υπήρχε πρόβλημα αν ο Ευριπίδης μας προϊδέαζε για αυτό που θα γινόταν, αν ξέραμε ότι η Αγαύη είναι ένοχη εξαρχής. Ψάχνοντας το έργο ξανά, βρήκα στην αρχή τους σχετικούς στίχους και απάλλαξα τον ποιητή από την κατηγορία για αυτήν την κακοτεχνία.

Το δεύτερο σημείο που θέλω να σταθώ είναι το πρόσωπο του Διονύσου. Μολονότι μαθαίνουμε πολλά για τον χαρακτήρα του και σε όλο το έργο μας αποκαλύπτεται ότι είναι θεός δεινότατος, ανθρώποισι δ' ηπιώτατος. Όμως η δικαιολογία για το ακραίο των ενεργειών του με προβληματίζει. Ο Κάδμος του λέει πως οι θεοί δεν πρέπει να είναι όμοιοι στην οργή με τους θνητούς. Και εκείνος απαντά: "πάλαι τάδε Ζευς ουμός επένευσεν πατήρ."

"Αυτά ο πατέρα μου ο Δίας από παλιά έχει ορίσει". Κατά πόσον στέκει αυτό ως απάντηση; Πρόκειται για κακοτεχνία του Ευριπίδη; Μήπως θέλει να υπονομεύσει τους θεούς, βάζοντας τη λογική στο στόμα του Κάδμου και κάνοντας τον Διόνυσο να δίνει μια μη απάντηση; Ή μήπως με την παραπομπή στην παράδοση ολοκληρώνεται το έργο ως τραγωδία; Αυτή η τελευταία επιλογή δίνει μια διέξοδο στο πρόβλημα και μου επιτρέπει να θεωρήσω τη συγκεκριμένη τραγωδία ως σπουδαία.

Η διάθεση κριτικής υποδαυλίζεται από την εκπεφρασμένη αντιπάθεια στο πρόσωπο του Ευριπίδη από τον Αριστοφάνη και τον Νίτσε. Θυμίζω ότι ο μεν Αριστοφάνης τον θεωρούσε άτεχνο (Βάτραχοι), ο δε Νίτσε (Η Γέννηση της Τραγωδίας) τον θεωρεί ποιητή του αισθητικού σωκρατισμού που κατέστρεψε την παλαιότερη τραγωδία. Για να σχηματίσω ίδια αντίληψη πρέπει να διαβάσω περισσότερες τραγωδίες.

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Απογοήτευση

Αποφάσισα να διαβάσω την Πραγματεία για τη Διόρθωση του Νου επειδή αρχίζει με τρόπο εξαιρετικά φιλόδοξο. Ο Σπινόζα συνειδητοποιεί ότι όσα συμβαίνουν συνήθως στην ανθρώπινη ζωή είναι μάταια και χωρίς νόημα και αποφασίζει να ερευνήσει αν υπάρχει κάποιο αγαθό που να δίνει νόημα στη ζωή του επειδή το ίδιο θα είχε μέσα του αυτήν την αξία και όχι επειδή ο ίδιος θα έβλεπε νόημα κάπου για υποκειμενικούς λόγους. Αγόρασα λοιπόν το βιβλίο με την προσδοκία να μάθω το έργο της σκέψης του μεγάλου διανοητή, με την ελπίδα να δω τα πράγματα με τον δικό του τρόπο και να βρω τα αγαθά ή το αγαθό που έχουν νόημα αντικειμενικά και δεν είναι μάταια.

Αυτό δηλαδή το οποίο ψάχνει ο Σπινόζα είναι μια ευτυχία διαρκής η οποία πηγάζει από κάποιο αγαθό με τρόπο αντικειμενικό και η οποία γεννιέται μέσα σου όταν βρεις το αγαθό αυτό. Και πράγματι βρίσκει την ευτυχία στη γνώση της ένωσης που συνέχει το πνεύμα με όλη τη Φύση και στο απλόχερο μοίρασμα αυτής της γνώσης με τους υπόλοιπους ανθρώπους. Με το βιβλίο αυτό ουσιαστικά προσπαθεί να δώσει μια μέθοδο ώστε να σκεφτόμαστε ορθά. Εξηγεί ποια είναι τα λάθη στη σκέψη μας για τα πράγματα και από πού προέρχονται ώστε να μπορούμε να τα αποφεύγουμε ή να τα συνειδητοποιούμε όταν τα κάνουμε και να τα διορθώνουμε. Αν προσέχουμε και δεν πέσουμε στα λάθη που περιγράφει, τότε οι σκέψεις μας δε θα περιέχουν λάθη και άρα θα φτάσουμε σε μια σωστή αντίληψη της πραγματικότητας.

Σε αυτήν την ανάρτηση δε θα σχολιάσω τη μέθοδο που προτείνει. Δε με πολυενδιαφέρει. Για μένα το σημαντικό είναι η απογοήτευσή μου από το λάθος του Σπινόζα να μπερδεύει την υποκειμενική χαρά που του δίνει ο μονισμός του με μια αντικειμενική ευτυχία που γεννιέται αναγκαστικά από τη γνώση της φύσης των πραγμάτων. Ο Σπινόζα δεν καταφέρνει να αποδείξει με πειστικό τρόπο ότι πράγματι η κατάσταση του φιλοσόφου Σπινόζα είναι ανώτερη από την κατάσταση ενός αφιλοσόφητου μέσου ανθρώπου που προτιμά να ασχολείται με το εμπόριο, τις γυναίκες και την κοινωνική αναγνώριση. Και το κακό συνεχίζεται όταν από το πουθενά εισάγει την ενατένιση της πραγματικότητας αδιαμεσολάβητα από λογικούς συλλογισμούς, την φιλοσοφική ενόραση των πραγμάτων, ως το τέλειο είδος αντίληψης.

Αντί να μας πείσει ότι υπάρχει αυτή η ενόραση και ότι είναι και σωστή αντιληπτική μέθοδος, υποσκάπτει τη διδασκαλία του χρησιμοποιώντας παραδείγματα από τον χώρο των μαθηματικών που δε μεταφέρονται στον χώρο της καθημερινής μας ζωής παραδεχόμενος ότι και ο ίδιος δεν έχει βρει πολλά παραδείγματα αληθινών ιδεών και σύλληψης πραγμάτων στην ουσία τους. Μπορεί ο μονισμός του και ο αντι-καρτεσιανισμός του να είναι ενδιαφέροντες, ωστόσο επισκιάζονται από την ιδέα ότι η αλήθεια φανερώνεται από μόνη της και την αναγωγή της ενόρασης σε ιδανικό.